γγόνα ή γκόνα

I wish for the etymology of 'Βετούλι Ή Μιλιόρι
Το βετούλι ή μιλιόρι είναι κατσικάκι μεγαλύτερο του ενός έτους αλλά μικρότερο από δύο, δεν έχει γεννήσει και ζυγίζει ήδη πάνω από 15-20 κιλά.
Το βεργάδι ή δευτερομίλιορο είναι κατσίκι μεγαλύτερο των 2 ετών.
Και με τα δύο πάντως κάνεις το γνωστό πιάτο κατσικάκι με χυλοπίτες.
Το μαγείρεμά τους δεν έχει κάποιο μυστικό.
Οταν σχεδόν γίνει το κρέας το βγάζουμε από την κατσαρόλα και στη σάλτσα θα προσθέσουμε λίγο νερό.
Εκεί θα βράσουν οι χυλοπίτες και στο τέλος θα επαναφέρουμε το κρέας και αδελφωμένα θα πάνε μαζί ως το τραπέζι.

With 'Μιλιόρι' is something different. It refers to 'προβατάκι, μικρό σε ηλικία'
μιλιόρι < αρωμουνική miljor + -ι < njior, υποκοριστικό του njel < λατινική agnellus < agnus +‎ -ellus < πρωτοϊταλική *agʷnos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂egʷnós
Προφορά
ΔΦΑ : /miˈʎo.ri/
τυπογραφικός συλλαβισμός : μι‐λιό‐ρι
Ουσιαστικό
μιλιόρι ουδέτερο (θηλυκό μιλιόρα)

(ιδιωματικό, παρωχημένο) (αρσενικό —ή / και θηλυκό—) προβατάκι, μικρό σε ηλικία
 
You have essentially answered your own question. Both –from what I can gather– come from βλάχικα (a minority language that is sadly endangered in Greece, but probably spoken by a somewhat greater population in other parts of the Balkans): vituliu/vitule & miljor, ultimately from Latin vitulus (calf) and agnus (lamb)…

Also note that a two-year old lamb (or goat in non-standard usage) is called ζυγούρι, which is of Greek origin.
 
Although ultimately from the Latin vitulus, some sources suggest that the Aromanian vitulju derives from the Byzantine Greek βιτούλιον (Mod.Greek βιτούλι or βετούλι).


I had also once read (but cannot locate the source) that μιλιόρι - when referring to a lamb - derives from the Latin melior (better), the logic being that in a pastoral context it refers to the animal's prime quality meat at that specific age.*

Edit: *It may have been a Babiniotis theory, but I can't be sure.
 
Last edited:
Back
Top