ακαρεοκτόνα = miticides, acaricides

nickel

Administrator
Staff member
Στα αρχαία είχαν το ακαρί (a mite, bred in wax). Όπως έλεγε ο Αριστοτέλης:
Καὶ ἐπὶ κηρίῳ δὲ γίνεται παλαιουμένῳ, ὥσπερ ἐν ξύλῳ ζῷον, ὃ δὴ δοκεῖ ἐλάχιστον εἶναι τῶν ζῴων πάντων καὶ καλεῖται ἀκαρί, λευκὸν καὶ μικρόν.

Περιέγραψαν έξω τον 17ο αιώνα από το λατινικό Acarus την υφομοταξία των ακάρεων (προπαροξύτονο πια, το άκαρι, τα ακάρεα), που περιλαμβάνουν τα τσιμπούρια και, φυσικά, τα ακάρεα της οικιακής σκόνης.

Το ακαρί των αρχαίων μάλλον σχετίζεται με το επίθετο ακαρής, που σήμαινε πολύ κοντός, για μαλλιά τόσο κοντά που να μην μπορείς να τα κόψεις — από το εκάρην του ρήματος κείρω = κουρεύω. Από το κείρω προέρχεται και ο αρχαίος κόρις (ο κοριός) και απ’ αυτόν ο σκόρος (γι’ αυτό είναι σωστό να τον γράφουμε με «ο» και όχι με «ω», που προέρχεται από εσφαλμένο συσχετισμό με τη λέξη «σκωρ», δηλ. το σκατό).

Έλεγα στο γιο μου ότι πρέπει να βρούμε να αγοράσουμε ακαρεοκτόνο, και μου σερβίρισε ένα ωραίο λογοπαίγνιο: «Για ακαριαίο θάνατο».

Το επίθετο ακαριαίος (με τη σημερινή του σημασία ήδη από τα αρχαία χρόνια) προέρχεται κι αυτό από τον ακαρή, το οποίο σήμαινε και στιγμιαίος («ἐν ἀκαρεῑ», στη στιγμή, ακαριαία).

Λεξιλόγιο:
τα ακάρεα = mites (Acari ή Acarina)
ακάρεα της οικιακής σκόνης = house dust mites (HDMs)
ακαρεοκτόνο = acaricide, miticide
ακαριαίος = instant, instantaneous
σκόρος = (των ενδυμάτων) clothes moth, clothing moth | (των ταπήτων) carpet moth, tapestry moth | (των γουναρικών) case-bearing clothes moth, case-making clothes moth
τσιμπούρι = tick
κοριός = bedbug

http://en.wikipedia.org/wiki/Mite
http://en.wikipedia.org/wiki/Miticide
http://en.wikipedia.org/wiki/House_dust_mite


Δώσ' τους, θε μου, ακαριαίο θάνατο!
 
Περιέγραψαν έξω τον 17ο αιώνα από το λατινικό Acarus την υφομοταξία των ακάρεων (προπαροξύτονο πια, το άκαρι, τα ακάρεα), που περιλαμβάνουν τα τσιμπούρια και, φυσικά, τα ακάρεα της οικιακής σκόνης.

Και αυτά που έχουν ορμήξει να φάνε τα φυτά μου. Tετράνυχος=red spider mites.
 
Top