Δοκάρια που τρικύμιζαν = beams which were shaking. Τρικυμίζω can refer to something which is moving rhythmically, back and forth in a wave-like or undulating fashion, usually due to strong winds (eg. picture a flag undulating in the wind).
τρικυμίζω (ρήμα)
κινούμαι κάνοντας έντονους κυματισμούς, συνήθως λόγω δυνατού αέρα (Μιαν άλλη μέρα, καταμεσήμερα, είδε ο παπα-Γιάνναρος τον πρωτολεβέντη της Ελλάδας, τον Άι-Γιώργη, στο άσπρο του άλογο, έτρεχε, τρικύμιζαν τα ξανθά μαλλιά του στον άνεμο (Ν. Καζαντζάκης)