Ετυμολογία του «κολλώδης»

Γεια σας,

Πώς ετυμολογείται η λέξη «κολλώδης»;

«Κόλλα» συν τι άλλο;

Με χαιρετίσματα

Σίμων
 

Palavra

Mod Almighty
Staff member
Γεια σου, Σάιμον!
Όπως θα δεις στη σελίδα του Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής, η κατάληξη είναι η παρακάτω:

-ώδης -ώδης -ώδες [óδis] : επίθημα με λόγια προέλευση για το σχηματισμό επιθέτων παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει ότι: 1. το προσδιοριζόμενο χαρακτηρίζεται από την αφθονία των στοιχείων ή συγκεντρώνει σε μεγάλο βαθμό τα στοιχεία που συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη: (άκανθα) ακανθώδης· (θόρυβος) θορυβώδης, (θύελλα) θυελλώδης, (μυστήριο) μυστηριώδης, (σάρκα) σαρκώδης. 2. (συχνά μειωτ.) το προσδιοριζόμενο ταιριάζει σ΄ αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (νήπιο) νηπιώδης, (παιδάριο) παιδαριώδης.

Άρα, κολλώδης είναι κάποιος που έχει την ιδιότητα της κόλλας και, γι' αυτό το λόγο, κολλάει.
 

xefteri

New member
Ευχαριστώ πολύ.

Τότε δε θα έχει καμιά σχέση με το -είδης (ανδροείδης κ.τ.λ.);

Το συγκεκριμένο επίθημα που αναφέρεις είναι οξύτονο [-ειδής (ο/η), -ειδές (το)] και κυρίως έχει να κάνει με την απόδοση κάποιας ομοιότητας μ' αυτό που εκφράζει το θέμα τής κάθε λέξης (η πρωτότυπη λέξη δηλαδή): π.χ. ανδροειδής: αυτός που μοιάζει, αυτός που έχει τα βασικά χαρακτηριστικά ενός άνδρα. Δεν θα έλεγα ότι θεωρείται συνώνυμο με το επίθημα -ώδης, -ώδες (τα σε -ωτός, όμως, επίθετα έχουν κάπως συνώνυμη σημασία με τα σε -ειδής).

Σου αντιγράφω από το ΛΚΝ:

-ειδής -ειδής -ειδές [iδís] : επίθημα επιθέτων παράγωγων από ουσιαστικά· για την παραγωγή απαιτείται ο λόγιος ή ο επιστημονικός τύπος της πρωτότυπης λέξης, στις περιπτώσεις που παράλληλα υπάρχει και κοινός ή προφορικός τύπος· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο μοιάζει στο σχήμα, στη μορφή ή στη σύσταση με αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη και έχει επομένως κάποια από τα βασικά διακριτικά χαρακτηριστικά της· (πρβ. -μορφος): (τέρας) τερατοειδής· (δρέπανο) δρεπανοειδής, (έλλειψη) ελλειψοειδής, (πυραμίδα) πυραμιδοειδής· (αίλουρος) αιλουροειδής, (θάμνος) θαμνοειδής, (θύσανος) θυσανοειδής, (κισσός) κισσοειδής· (άμυλο) αμυλοειδής. || (επιστ.) το ουδέτερο ουσιαστικοποιημένο δηλώνει οικογένεια ζώων ή κατηγορία φυτών: αιλουροειδή, ανθρωποειδή, ψιττακοειδή, φοινικοειδή. || μειωτικά για άνθρωπο: (άνθρωπος) ανθρωποειδής, (γυναίκα) γυναικοειδής, (φασίστας) φασιστοειδής. [λόγ. < αρχ. -ειδής θ. του ουσ. εrδ(ος) -ής ως β' συνθ.: αρχ. σπογγο-ειδής `που μοιάζει με σφουγγάρι΄, ελνστ. πυραμιδο-ειδής]
 

daeman

Administrator
Staff member
Μερικά παραδείγματα από λέξεις που αναφέρει το Ξεφτέρι από το ΛΚΝ, μήπως σε βοηθήσουν να διακρίνεις τη διαφορά, Σάιμον:

Τέρας (monster):
τερατοειδής = like a monster
τερατώδης = monstrous

Άμυλο (starch):
αμυλοειδής = starch-like
αμυλώδης = starchy

Στον κολλώδη, οι ρίζες είναι εντελώς διαφορετικές, αλλά εδώ μπαίνει στο παιχνίδι και η χημική ορολογία:
Κόλλα (glue)
Κολλώδης = sticky
Κολλοειδής = colloidal
 
Top