απαρτίωση = integration

Zazula

Administrator
Staff member
Η απαρτίωση είναι μια λέξη με πάνω από 1000 ευρήματα, την οποία δεν βρήκα ούτε σε παλιά μεγάλα λεξικά (Δημητράκος, Πρωίας), ούτε σε σύγχρονα. Έχετε κάπου τον ορισμό της; Διαφέρει σημασιακά από την απάρτιση; Και καμιά ιδέα για το πώς προέκυψε;
 
Επειδή ξέρω την απαρτίωση ως μετάφραση του integration (π.χ. στην ψυχολογία) βλέπω ότι μπορεί να σχηματίζεται από το από που δηλώνει το τέλος, την ολοκλήρωση της ενέργειας που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη ή τη μεταβολή του αντικειμένου στην κατάσταση που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη (δηλ. σημασίες 3 ή 5 στο ΛΚΝ) + αρτίωση από το άρτιος (integer). Αλλά δεν έχω ιδέα για την ιστορία της λέξης.
 

Zazula

Administrator
Staff member
Επειδή ανέφερα στην αρχική μου ανάρτηση τη λέξη απάρτιση χωρίς να δώσω ορισμό (δεν την είδα να λημματογραφείται σε σύγχρονα λεξικά), τον δίνω τώρα:

απάρτιση κ. απαρτισμός κ. απάρτισμα 1. η πράξη και το αποτέλεσμα του απαρτίζω, το απαρτίζειν, ολοκλήρωση, τελείωση || αποτέλεση, συμπλήρωση, καταρτισμός, σχηματισμός, συντέλεση, συγκρότηση 2. [...]

Ομολογώ πάντως πως δυσκολεύομαι να διακρίνω πού ακριβώς διαφοροποιείται η χρήση στην ψυχολογία από τη σημασία της λέξης απάρτιση στη γενική γλώσσα. Άσε που το πρόθημα απ(ο)- έχει και αρνητική σημασία σε ορισμένες χρήσεις (πρβλ αποβιομηχάνιση, αποσυναρμολόγηση κλπ), που εμένα τουλάχιστον με κάνει να κοντοστέκομαι αν εδώ από+αρτίωση σημαίνει τελικά ότι την επιτυγχάνουμε την αρτίωση ή την αποδομούμε.
 
Στην ψυχολογία την έχω δει εγώ ως όρο, υποθέτω ότι χρησιμοποιείται κι αλλού. Αντίθετα, προσωπικά δεν έχω συναντήσει την απάρτιση. Αυτό, βέβαια, δε λέει και τίποτα.
 

nickel

Administrator
Staff member
Καλημέρα. Μικρή ευθύνη για τη διάδοση του όρου πρέπει να έχει και το Penguin-Hellenews, που στο λήμμα integration γράφει, μεταξύ άλλων, «(ψυχολ.) ψυχοσωματική απαρτίωση», που σημαίνει ότι ο όρος ήταν ήδη καταγεγραμμένος σε ειδικά λεξικά ή κείμενα του 1974.

Για το σχηματισμό της λέξης δεν χρειάζεται πολλή φιλοσοφία. Δεν τους άρεσε η απάρτιση, αν κοίταξαν σε λεξικό, επειδή συνδέεται με το απαρτίζω, που δεν έχει τη σημασία του «ολοκληρώνω -ομαι» (ενώ κάποια «απαρτιώνονται» κυκλοφορούν λόγω... απαρτίωσης). Ο σχηματισμός απαρτίωση δεν έχει πρόβλημα· δεν είναι κάτι διαφορετικό από την απαλλοτρίωση ή την αποχαύνωση.
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Το απάρτιο (= μικρότερη τεχνική μονάδα υποδιαίρεσης ενός συστήματος, part) το πρωτοείδα εδώ. Συνδέεται γλωσσικά με την απάρτιση και πώς; Δεν θα ήταν τότε πιο σωστό το *απάρτισμα; Ή είναι σύνθεση του από+άρτιο; Δεν θα ήταν τότε πιο σωστό το *υπάρτιο;
 
Συμφωνώ με την Άνεφ και τον Νίκελ. Νομίζω ότι δεν πρέπει καθόλου να συνδέουμε την απαρτίωση με το απαρτίζω. Πρόκειται για νεοπαγή λόγιο σχηματισμό, που προέκυψε από την έλλειψη προφανούς μετάφρασης για το integration και νοείται σαν ρήμα που παράγεται από το άρτιος (άρα παραλλαγή της αρτίωσης με επιτατικό "από", κατά το πληρωμή/ αποπληρωμή). Το "από" νομίζω ότι απλώς θεωρήθηκε πιο εύηχο, ότι ίσως κάνει τη λέξη λιγότερο δύσπεπτη. Ας μην ξεχνάμε το αμαρτωλό παρελθόν της "ολοκλήρωσης" με τη σχιζοειδή προσωπικότητα (περάτωση/ συσσωμάτωση). Εναλλακτικά χρησιμοποιήθηκε και η ακεραίωση.
 

Zazula

Administrator
Staff member
Το απάρτιο (= μικρότερη τεχνική μονάδα υποδιαίρεσης ενός συστήματος, part) το πρωτοείδα εδώ. Συνδέεται γλωσσικά με την απάρτιση και πώς; Δεν θα ήταν τότε πιο σωστό το *απάρτισμα; Ή είναι σύνθεση του από+άρτιο; Δεν θα ήταν τότε πιο σωστό το *υπάρτιο;
Για τη χρήση τής λέξης βλ. εδώ: http://www.altavista.com/web/result...&q=απάρτια+OR+απάρτιο+OR+απαρτίων&kgs=0&kls=0.

Λέξη απάρτιο υπήρχε στην ελληνιστική εποχή, αλλά είχε διαφορετική σημασία (συγκεκριμένα σήμαινε "δημοπρασία" και προερχόταν από τη λ. απαρτία, της οποίας μία σημασία ήταν "πώληση που γίνεται δημόσια· δημοπρασία"). Η ίδια η λ. απαρτία (αρχική σημασία: "οικοσκευή· σύνολο λαφύρων") δεν προέρχεται ετυμολογικά από το ρ. απαρτίζω (παρασυνδέθηκε όμως με αυτό και η παρετυμολόγηση έδωσε ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους στη λέξη και τη σημασία "απαρτισμός· πληρότητα"), αλλά από το ρ. απαίρω (από + αίρω), το οποίο σημαίνει "σηκώνω και παίρνω" (να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η 2η έκδ. τού ΛΝΕΓ δίνει για τη λ. απαρτία σφαλερό έτυμον το από + άρτιος) και μας έχει δώσει λέξεις όπως η άπαρση.

Η λ. απάρτισμα (για την οποία ρωτάς) είναι συνώνυμη με τις λ. απάρτιση κ. απαρτισμός (βλ. ανάρτηση #3 ανωτέρω), και δηλώνει την πράξη και το αποτέλεσμα του απαρτίζω. Μια άλλη λέξη που θα μπορούσε ίσως να παίζει είναι το απάρτημα, το οποίο λημματογραφείται στον Δημητράκο με την (προερχόμενη από το ρ. απαρτώ "κρεμώ· αναρτώ", κι άσχετη με το ρ. απαρτίζω) σημασία "κρεμαστό (κόσμημα)".

Προσωπικά πιστεύω ότι η λ. απάρτιο αποτελεί νεοπαγή λόγιο σχηματισμό (όπως σχολίασε παραπάνω και ο Themis για τη λ. απαρτίωση) από το ρ. απαρτίζω "συνιστώ· αποτελώ· συγκροτώ" κατ' αναλογία (αλλά με αντίστροφη λογική) προς το ζεύγος ακοντίζω - ακόντιο (οπότε κ. απαρτίζω - απάρτιο) κ.ά., και εκμεταλλευόμενο την οπτική και ακουστική εγγύτητα με τον αντίστοιχο αγγλ. όρο part (το οποίο προέρχεται από το λατ. pars "κομμάτι· μέρος· τμήμα· μερίδιο", συγγενές τού επίσης λατ. portio > αγγλ. portion). Στον Valpy το λατ. pars ανάγεται στο πέπαρται (παρακ. τού ρ. πείρω, για το οποίο βλ. λ. πόρος, περόνη, πόρπη), ενώ επίσης αναφέρονται το πάρσος "κλάσμα" από τον Ησύχιο και η λ. φάρσος "κάθε αποχωρισμένο, αποκομμένο μέρος· τεμάχιο" (έτσι και στον Δημητράκο, όπου επίσης λημματογραφείται κ. υποκορ. φαρσίο "κομματάκι")· το δε λατ. portio το ανάγει και πάλι στο ρ. πείρω (μέσω του πέπορται, αυτήν τη φορά). Πάντως το ΕΛΝΕΓ, όπως και τα έγκριτα λεξικά της αγγλικής, αποφεύγει να δώσει κάποιο έτυμον (ή ΠΙΕ ρίζα) για το λατ. pars.
 

UsualSuspect

New member
Λέξη απάρτιο υπήρχε στην ελληνιστική εποχή, αλλά είχε διαφορετική σημασία (συγκεκριμένα σήμαινε "δημοπρασία" και προερχόταν από τη λ. απαρτία, της οποίας μία σημασία ήταν "πώληση που γίνεται δημόσια· δημοπρασία"). Η ίδια η λ. απαρτία (αρχική σημασία: "οικοσκευή· σύνολο λαφύρων") δεν προέρχεται ετυμολογικά από το ρ. απαρτίζω (παρασυνδέθηκε όμως με αυτό και η παρετυμολόγηση έδωσε ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους στη λέξη και τη σημασία "απαρτισμός· πληρότητα"), αλλά από το ρ. απαίρω (από + αίρω), το οποίο σημαίνει "σηκώνω και παίρνω"

Τα έπιπλα στα γαλλικά και αγγλικά λέγονται meubles και mobilia αντίστοιχα. Η σύνδεσή τους με το απάρτιο(<από+αίρω)-οικοσκευή είναι για μένα προφανής. Το δανειστήκαμε εμείς από τους φράγκους ή το αντίστροφο; Βρήκα το απαρτία στον Ησύχιο (<ἀπαρτία>· τὰ ἔπιπλα) κάτι που ίσως δείχνει ότι εμείς το δώσαμε σ' αυτούς.
 

nickel

Administrator
Staff member
Με έχεις μπερδέψει. Έχουμε διάφορες λέξεις σε ρομανικές γλώσσες από το λατινικό mobilis «κινητός». Το γαλλικό meubles «έπιπλα» είναι μια απ' αυτές και το αγγλικό mobile είναι μια άλλη (για mobilia δεν έχω ιδέα). Αλλά εννοείς ότι υπάρχει σημασιολογικό δάνειο; Ποια ακριβώς σχέση μπορεί να έχει η σκευή, η αποσκευή ή η απαρτία με το mobilis;
 

UsualSuspect

New member
Με έχεις μπερδέψει. Έχουμε διάφορες λέξεις σε ρομανικές γλώσσες από το λατινικό mobilis «κινητός». Το γαλλικό meubles «έπιπλα» είναι μια απ' αυτές και το αγγλικό mobile είναι μια άλλη (για mobilia δεν έχω ιδέα). Αλλά εννοείς ότι υπάρχει σημασιολογικό δάνειο; Ποια ακριβώς σχέση μπορεί να έχει η σκευή, η αποσκευή ή η απαρτία με το mobilis;

Ακριβώς αυτό. Τα έπιπλα είναι αυτά που τα μετακινούμε (mobilia), που τα παίρνουμε μαζί μας (από+αίρω>απάρτιο). Κάπου υπάρχει μια μεταφορά όρου, ένα δάνειο από την ελληνική στην λατινική γλώσσα ή το αντίστροφο. Η σκέψη αυτή μου ήρθε αυτόματα όταν διάβασα ένα σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του Μπιλ Μπράισον :"At Home" που ανάμεσα σε άλλα γράφει για τις μικρές ιστορίες των κοινών αντικειμένων που έχουμε στα σπίτια μας
 

Attachments

  • bryson_at home pg51.jpg
    bryson_at home pg51.jpg
    93.4 KB · Views: 199
Top