αφασία = (ιατρ.) aphasia | (καταχρ.) coma, (μτφ.) lethargy | (κν.) a riot, a hoot

nickel

Administrator
Staff member
Στην ιατρική, η αφασία είναι μια πολύ συγκεκριμένη διαταραχή. Και μάλιστα ο όρος είναι αντιδάνειο, δηλαδή φτιάξανε έξω από τον άφατο (speechless) την aphasia [əˈfeɪʒə] (speechlessness) και έτσι αποκτήσαμε κι εμείς την αφασία. Διάφορους τύπους της διαταραχής βρίσκει κανείς στα aphasia / αφασία της Βικιπαίδειας και είδα ότι έχω πολλές στα γλωσσάρια μου και, αν δεν βαρεθώ να τις επαληθεύσω, θα τις ανεβάσω αργότερα. Θα υπάρχουν προβλήματα. Ήδη βλέπω ότι η αφασία ονομάτων, anomic aphasia (anomia) ή nominal aphasia, έχει αποδοθεί ανομική αφασία. Εκνευρίστηκα και δεν είδα αν υπάρχουν και ευρήματα για την ανομία με αυτή τη σημασία.

Στα ελληνικά έχουμε δώσει και δεύτερη ιατρική σημασία στην αφασία, για λαϊκή χρήση: Ο ασθενής που βρίσκεται σε αφασία είναι βυθισμένος σε κώμα (και όχι «σε κόμμα» που γράφουν κάποιοι — δεν φτάσαμε ακόμα στις πολιτικές πτυχές). Αυτή η σημασία πήρε και μεταφορικές χρήσεις, π.χ. «Κυβέρνηση σε δοκιμασία και αντιπολίτευση σε αφασία», «μια οικονομία σε χρεοκοπία και μια κοινωνία σε αφασία» ή το σημερινό «άλλοθι αφασίας» του Πρετεντέρη.

Περιέργως το ΛΝΕΓ δεν περιέχει τη συγκεκριμένη σημασία. Και ερχόμαστε στην αργκοτική σημασία, που με χαρά είδα ότι περιέχει ο Κοραής (μόνο αυτός) και δίνει και εύστοχη απόδοση.

αφασία = (προφ/λαϊκ) a riot: Σκέτη αφασία είναι ο αδελφός σου, πού τα βρίσκει όλα αυτά τα αστεία! Your brother is a riot! Where does he get all these jokes from? (Ή, καλύτερα: How does he come up with all these jokes?) | Το πάρτι ήταν αφασία, διασκεδάσαμε με την ψυχή μας. The party was a riot! We had the time of our lives.

Άλλες αργκοτικές σημασίες ή διατυπώσεις μπορείτε να σκεφτείτε;

Προς το παρόν:
αφασία η : 1α. (ιατρ.) διαταραχή ή απώλεια της ικανότητας του ανθρώπου να χρησιμοποιεί ή να κατανοεί τον προφορικό ή γραπτό λόγο, η οποία οφείλεται σε βλάβη αντίστοιχων κέντρων του εγκεφάλου: Ολική / μερική / αισθητική ~. β. γενική απώλεια των αισθήσεων• (πρβ. κώμα): Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο σε κατάσταση αφασίας. 2. (οικ., προφ.) α. για κτ. που παρουσιάζει ενδιαφέρον, που είναι ευχάριστο, διασκεδαστικό ή πρωτότυπο: Κοίτα αυτό το κουκλάκι· δεν είναι αφασία; β. για πρόσωπο που παρουσιάζει ενδιαφέρον, που είναι ευχάριστο ή διασκεδαστικό: Μεγάλη αφασία αυτός ο αδερφός σου! (ΛΚΝ)

αφασία (ιατρ.) aphasia | (καταχρ.) coma, (μτφ.) lethargy | (κν.) a riot, a hoot
 
Top