Search results

  1. daeman

    πολύπλουμο

    much adorned Από την Ιλιάδα στη μετάφραση των Καζαντζάκη-Κακριδή: Τον κύρη µου ο Αχιλλέας τον σκότωσεν ο αρχοντογεννηµένος, και των Κιλίκων το αψηλόπορτο, το µυριοπλούσιο κάστρο τη Θήβα, επάτησε, και σκότωσε τον Ηετίωνα ακόµα, µα δεν τον έγδυσε, το σπλάχνο του βαθιά τον εσεβάστη· µε τα...
  2. daeman

    Το νήμα του κινηματογράφου

    The dudeness must flow. The duneness, too. –I must not fear. Fear is the mind killer. –The Dude abides.
  3. daeman

    The purrrfect thread. Because nobody's purrrfect, unless they're a cat.

    αρχηγού παρόντος, πάσα αρχή παυσάτω
  4. daeman

    New Coronavirus words

    Binnoculated, methinks.
  5. daeman

    New Coronavirus words

    Co(rona)Vi(rus)D(isease), η νόσος.
  6. daeman

    σαλάνγκρι

    https://www.slang.gr/definition/10239-sponta :rolleyes:
  7. daeman

    για του οποίου την πώληση / για την πώληση του οποίου

    Και οι δύο σωστές, διαλέγεις και παίρνεις.
  8. daeman

    needle heel (ιατρ.)

    Νομίζω πως αυτή είναι η αμβλεία πλευρά της λοξοτομημένης βελόνας (η άλλη είναι η αιχμή, η οξεία πλευρά). Βρίσκω το heel να μεταφράζεται «αμβλεία πλευρά» σε οδηγίες χρήσης, αλλά αναφέρεται σε μόσχευμα, όχι σε βελόνα.
  9. daeman

    comic beat

    κωμικές στιγμές
  10. daeman

    The Cambridge Greek Lexicon

    Δείγμα σελίδας από αυτό το λεξικό:
  11. daeman

    pheromone

    Διευκρίνιση της λεπτομέρειας που ίσως εδώ είναι καθοριστική: το etymonline δεν λέει ότι είναι σύνθετη λέξη από το φέρω + ορμόνη, αλλά ότι προέρχεται από το φέρω + την κατάληξη -mone όπως στο hormone. from Greek pherein "to carry" (from PIE root *bher- (1) "to carry," also "to bear children") +...
  12. daeman

    Δαι μουσικές (daeman's tunes)

    Homeless - Paul Simon with Ladysmith Black Mambazo Strong wind destroy our home Many dead, tonight it could be you And we are homeless, homeless Moonlight sleeping on a midnight lake
  13. daeman

    Τα λεξικά με κρέμασαν

    3. αφήνω κάποιον να περιμένει μάταια στο ραντεβού που του είχα κλείσει: «είχα ραντεβού μ’ έναν φίλο μου, αλλά το ξέχασα και τον κρέμασα». 4. εγκαταλείπω κάποιον τη στιγμή που μου ζητάει βοήθεια, ενώ ήταν σίγουρος πως θα τον βοηθήσω: «μου ζήτησε λεφτά σε μια περίοδο που είχα σοβαρά προβλήματα...
  14. daeman

    Τα λεξικά με κρέμασαν

    Και στο ΜΗΛΝΕΓ:
  15. daeman

    Τα λεξικά με κρέμασαν

    Στο ΛΚΝ υπάρχει πάντως, το ξέρω επειδή το έψαξα πρόσφατα: κρεμώ [kremó] & -άω, -ιέμαι Ρ10.4 : 1. στερεώνω κτ. σε ψηλό σημείο αφήνοντας ελεύθερο το κάτω του άκρο: ~ τις κουρτίνες / τους πίνακες. H τσάντα αυτή κρεμιέται από τον ώμο. Tα ρούχα είναι κρεμασμένα στην ντουλάπα. ΦΡ ~ κπ., αθετώ την...
  16. daeman

    Your slip is showing: Γλωσσικές και μεταφραστικές γκάφες (και μικρολαθάκια)

    Σίγουρο το 'χω αυτό. ΙΤ'ς ΑΛΛ ΓΡΣΣΚ ΤΘ ΔΕΜ. Μερικά δείγματα, έτσι πρόχειρα:
  17. daeman

    Της Τυρινής

    Indeed, a shrubbery! Then, when you have found the shrubbery, you must cut down the mightiest tree in the forest... with... a herring!
Top