[Λεξικό Γεωργακά]
ανακούρκουδα [anakúrku∂a] adv (& τανακούρκουδα & ανακούκουρδα)
① w. bent knees, in a squatting posture (syn με λυγισμένα γόνατα): κάθομαι ~ (syn ανακουρκουδίζω 1) παίζανε καθισμένοι ~
② in cross-legged sitting position (syn σταυροπόδι, L οκλαδόν): poem είπε και κάθισε ~...