- ενοχικές αξιώσεις, ενοχικά δικαιώματα -> rights in personam
- Ουσιαστικός νόμος, τυπικός νόμος
- ΜΤΒΝ
- έφτασε στην πηγή, αλλά νερό δεν ήπιε
- μηχανολογικός λάκκος
- απενοχοποίηση, αποενοχοποίηση = exculpation, exoneration, acquittal, taking the blame off, deculpabilisation
- αρπαχτή = (quick and) easy money, fast buck, scam
- τραχανάς = trahana
- Άτονα ευρύτερο προέχει
- κριθαράκι = orzo (στο φαΐ) | stye, sty (στο μάτι)
- κομπραδόροι = compradors, comprador class
- στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα
- δουλείες του παρελθόντος = old bondages; constraints of the past
- Σήματα κατατεθέντα
- συστατικός χαρακτήρας
- στρουθοκαμηλικός = head-in-the-sand, ostrich-like
- αντράκι, χαμαντράκι
- τσαλίμια
- πρόταγμα = project
- οικονομιστικός = economistic
- αποϊδεολογικοποίηση = de-ideologization
- Άξιος! = Axios! (He is) worthy!
- παππούλης (ή παπούλης) = gramps
- συναισθηματικό ασανσέρ = emotional roller coaster
- εύσημα εγκυρότητας
- εκφορά
- συγκεραστικός παράγοντας
- σχέση ταύτισης
- ό.π.
- αναβάθμιση (περιοχής)
- εργοταξιακό ρεύμα = construction site (temporary) power supply
- εκούσια δικαιοδοσία = voluntary jurisdiction, non-contentious jurisdiction
- επαναληπτική γενική συνέλευση μετόχων = adjourned general meeting of the shareholders
- αιχμή του προβλήματος
- περίπαρση = pursestring suture > περιρραφή
- Μη μου τους κύκλους τάραττε = Do not disturb my circles
- μελετητικό πτυχίο Α
- καθαρισμός χρωμάτων = paint repair
- διαμετακομιστικός σταθμός
- διηρημένη ιδιοκτησία
- τοποτηρητής = locum tenens
- Μέσω... ποιανού είπατε;
- (και) ο νοών νοείτω = (and) no more needs to be said | let him understand who can
- υποτιμητική κερδοσκοπία = short selling
- Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) = sanitary landfill
- ο επαπειλούμενος πέλεκυς
- χρυσή εφεδρεία
- ζημία από εκμετάλλευση
- αέρα πατέρα
- δούλα στην κουζίνα, κυρία στο σαλόνι, πόρνη στο κρεβάτι
- εξαντλώ την ιεραρχία
- εκβιαστικά διλήμματα
- Το γαρ πολύ της θλίψεως...
- διάχωρο (το) = section, division, bay, "diachoron"
- αυτόκλητη γενική συνέλευση
- σύσταση, παρατήρηση
- μαζικοποίηση = massification
- πλακίδιο όδευσης τυφλών = tactile tile (for the visually impaired)
- διχρωμία
- περιηγητικός τουρισμός
- ισότιμοι συνομιλητές
- όπου φτωχός κι η μοίρα του
- κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος
- ξινόγαλα, βουτυρόγαλα = buttermilk?
- ρητή διατύπωση = express wording
- τα κακώς κείμενα
- επίλυση (π.χ. πλακών) = structural calculation
- νόμιμη μετάφραση
- Μην κρίνεις εξ ιδίων τα αλλότρια = Don't measure other people's corn by your own bushel. Don't judge others by yourself / by your own standards.
- μελέτη στιβαρότητας
- Χωρο-χρονική περιοχή
- Πρωτόκολλο Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών (ΠΚΤΜΝΕ)
- τσίκνα
- δεν μ' αφήνουν ν' αγιάσω
- ραμποτέ = tongue-and-groove
- συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων
- αισχροκέρδεια
- ιδεολόγημα = ideological assumption, ideological construct, fiction, invention
- χαϊδεύω αφτιά
- Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα, τον τρών' οι κότες
- περιμετρικά
- Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι
- Όλα τα 'χε η Μαριωρή, ο φερετζές τής έλειπε
- κοινωφελές πρόγραμμα
- προγραμματική σύμβαση
- του έψαλα τον εξάψαλμο
- ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα = easy come, easy go
- λογαριασμός αποτελεσμάτων χρήσεως
- εγκαταστάτης ηλεκτρολόγος = installation electrician
- Το καλύτερο είναι εχθρός του καλού = The best is the enemy of the good
- ψυκτοστάσιο, ψυχροστάσιο = chiller plant, chiller room
- κρουνοποιία
- ολκή = calibre, caliber
- το πρώτον
- Η πυγή των κακών και το πυγαίο χιούμορ
- έρευνα αγοράς
- παράσταση νίκης
- εν ζωή (δωρεά, δικαιοπραξία κτλ)
- χάραξη αιγιαλού
- επίστρωμα
- αναγκαστικός νόμος = emergency law (εσφαλμένα: compulsory law)
- Σκίζεις!
- βαφείο-φανοποιείο αυτοκινήτων = paint and body shop
- πολυγωνομετρικό σημείο = polygonometric point
- εθνότητα = ethnic group; ethnicity
- αιτιολόγηση
- καλίμπρα
- οργανικότητα
- συμπληρώσεις (σε λογισμικό & υλισμικό)
- Οι μετοχές...
- κίνδυνος και επικινδυνότητα
- προχωρώ
- φύλλο πορείας = travel warrant, travel order | marching orders, movement order | (military) discharge papers, discharge certificate
- τεύχος, φύλλο (σε ΦΕΚ)
- πρυτανεύοντος
- από πρώτο χέρι
- εκτροπή (αγωγού)
- le vouloir dire / ψυχανάλυση
- κάνω σκαλωμαρία = hitch a (free) ride (on the back of tram, truck, etc.)
- ηλέκτριση, ενεργοποίηση
- οικονομική συσκευασία
- μια τρύπα στο νερό
- κάποιος φέρεται να... (;)
- στατική ικανότητα (κτιρίου)
- ολισθαίνον αντίβαρο
- ενέχω κινδύνους = involve risks, carry risks, entail risks
- ριχτάρι = throw
- ημερολόγιο & μητρώο έργου
- έκπτωση αναδόχου
- κατασκευή έργου με αυτεπιστασία
- Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Αθήνας
- πειθαρχική παράβαση
- σύστημα της αντιπαροχής = antiparochi system (flats-for-land exchange κ.ά.)
- εθνωφελής
- ψύξη
- ΕΑΦΔΣΣ (Ειδική Ασφαλής Φορολογική Διάταξη Σήμανσης Στοιχείων)
- ασυμβίβαστες ιδιότητες = conflict of interests, "incompatible functions / capacities"
- Συντελεστής κατ' όγκον εκμετάλλευσης
- σύναψη της σύμβασης = conclusion of the contract
- Το στρίβειν διά του αρραβώνος
- αξιωματική αντιπολίτευση = official opposition, largest opposition party
- σήμα κατεύθυνσης = direction sign
- πρωτόγραμμα = drop cap, (historiated or illuminated) initial
- κουκουλοφόροι = hooded / hood-wearing youths, protesters / youths etc. in balaclavas / in hoodies, balaclava-clad youths
- κασέτα κλιματισμού (σε ψευδοροφή) = ceiling-mounted cassette
- γνωστοί άγνωστοι
- λυπηρά, λυπητερά = the mourning figures of the Virgin and Saint John
- μπάχαλο, μπαχαλάκηδες
- Ας φάνε παντεσπάνι = Let them eat cake
- πράξη εφαρμογής
- αυτουργός και συναυτουργοί
- αχτιναμές, αχτναμές = ahdname, ahitname
- παραπούλια
- μαϊμού
- εξέγερση = uprising
- πολιτική ανυπακοή = civil disobedience
- Πνευματικός δημιουργός
- μέτοχοι των μετόχων = shareholders of the shareholders
- υπαίτια καθυστέρηση
- ταμπλ ντοτ = table d'hôte
- Ποιον να θυμηθώ;
- την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενος = making a virtue of necessity
- φάση (ποδόσφαιρο)
- έτος Εγίρας (ε.Ε.) = A.H. (Anno Hegirae)
- Ν.Ε.Π.Α.
- Κάνει τα πέντε βόδια δυο ζευγάρια
- Ουρανογείτων
- μπαλαμούτι = groping, pawing | cheating at cards | dirty tricks | cooking the books
- υποθαλάσσιος χώρος
- Όχι άλλο κάρβουνο
- κοινωνικός έλεγχος
- επιτελικός φορέας
- έλεγχος ομαλότητας
- προκαταρκτική μελέτη & προμελέτη
- δύναμη
- συνομολογώ
- ιδιωτικό δίκαιο = private law (e.g. private law entity, legal person of / under private law)
- μηνυτήρια αναφορά
- διαρκή και πολυετή δικαιώματα
- περιβαλλοντικοί όροι
- εξοπλισμός
- Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα = The sins of the fathers are visited upon the children | Parents sin, children suffer
- στρεβλώσεις και αγκυλώσεις = distortions and rigidities / inflexibilities
- γραμμάτιο προείσπραξης
- καταχρηστικά
- ένωση προσώπων
- εκπρόσωπος/αντιπρόσωπος
- πρόχειρος διαγωνισμός
- Κρίμα στο μπόι σου!
- πετάω / στέλνω την μπάλα στην εξέδρα
- μερίδα εταιρείας
- Σβούρα, το μηχάνημα
- μονοκοντυλιά
- Τρεις φοβερές παροιμίες
- άρθρα αναλύσεων τιμών
- πανσέτα ή παντσέτα -> pork belly (slice) (UK) / fresh side pork (US)
- απόσπαση πελατείας
- εργοδοτική επιβάρυνση στο ημερομίσθιο = employers' contributions on wages
- ενεργεί έναντι πάντων
- συντελεστής μεταφοράς = transfer coefficient
- ευτροφισμός = eutrophication
- βασικό σχέδιο έργου
- επισφάλειες = bad debts
- μεσεγγυητής
- πιθανολόγηση
- εισφορά κατά χρήση = contribution of the right to use property
- ξομπλιαστά κουλούρια
- κεραμάλευρο
- γαύρος, γάβρος = anchovy | hornbeam
- μέσα σταθερής τροχιάς
- της πουτάνας
- θυσία στο βωμό
- Αποσπερίζουν εφταμόναχοι
- δάνειο χρεολυτικής απόσβεσης
- φορολογικά ενήμερος
- Μετάφραση στην δεύτερη γλώσσα
- ιδεολόγημα = (ideological) construct; fiction, invention
- ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει = the sick and the travellers are exempt from fasting; the sick and the travellers have no sin
- φτου! = ptooey! ptui!
- μορφολογική αναβάθμιση
- εν κρυπτώ και παραβύστω = in a hole-and-corner manner, sub rosa
- βιβλική καταστροφή, καταστροφή βιβλικών διαστάσεων = a biblical disaster, a disaster of biblical proportions
- Ο ποιητής της θάλασσας ...
- σπασουάρ = jockstrap
- δοκός διπλής αυλάκωσης
- απολακοποίηση = delacquering
- διαθερμοπηξία = electrocoagulation
- ιστός = mast | flagpole | loom | web | tissue | fabric
- When ψευτο- is not pseudo-: the case of ψευτοπονηράκιας
- συνοχή (φυσ., χημ.) = cohesion (phys., chem.)
- συνάφεια (φυσ., χημ.) = adhesion (phys., chem.)
- εσωτερική λογιστική αξία
- άρτιο κατά παρέκκλιση και οικοδομήσιμο
- παγκίτης, εξωφυλαρούχας = benchwarmer, bench player
- Το ψάρι βρομάει απ' το κεφάλι = the fish always stinks from the head downwards / begins to stink from the head, the rot (always) starts at the top
- Έργα και Ημέραι = Works and Days
- νοείται οίκοθεν, οίκοθεν νοείται = it is self-evident, it is understood (that)
- και πράσινα άλογα, και πράσιν' άλογα = and all that nonsense; my foot!
- διαφωτιστής, καθοδηγητής, ινστρούχτορας = (political) instructor
- Γαλλοπρωσικός ή Γαλλογερμανικός Πόλεμος (1870-71);
- στιβάδα και στοίβα (στυμμένης λεμονόκουπας συνέχεια)
- απαιτήσεις και υποχρεώσεις (λογιστ.) = receivables and payables, accounts receivable and accounts payable
- ευρωλίστα, ευρωψηφοδέλτιο = list of candidates for the European Parliament elections, list of MEP candidates, Euro list
- παθητικό | υποχρεώσεις
- χώρος εκμετάλλευσης
- Ονόματα οδών
- άτυπη δωρεά = informal gift
- Ενημερωτική εκδήλωση
- Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας
- Σαν του γιοφυριού της Άρτας...