- παραπαιδεία = shadow education
- ομολογιούχος δανειστής = bondholder
- Πιγκουίνοι
- λόγιος τύπος = learned form
- Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών -> Greek Body of Sworn-In Valuers
- εκτός έδρας
- πωρόλιθος = tufa
- certificate vs degree
- αροκάρια = Norfolk Island pine | monkey puzzle
- μειοψηφώ
- ανακριτική
- τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους κώλους = it takes a big man to wear big boots
- σετ / κιβώτιο έναυσης προβολέα/-ων = control gear box
- φωτιστικός ιστός = lighting mast
- τσάπα-σφυρί
- αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία (ΑΜΚΕ) = non-profit civil partnership, (καταχρ.) non-profit organization (NPO)
- Στοιχηθείτε!
- ρελέ διαφυγής
- φορτίο αναχώρησης
- ακροκιβώτιο
- γουστέρα, γουστερίτσα = green lizard, rock lizard
- τεντούρα = tentura liqueur
- ισοζύγιο πρωτοβάθμιων
- αποβοστρύχωση = destemming
- ημιυπαίθριος χώρος
- κωλοφαρδία = luck of the devil
- δείκτης κυκλοφοριακής ταχύτητας
- εξωσυζυγικός, εξωγαμιαίος = extramarital [EN], extraconjugal [FR]
- το κλεινόν άστυ
- μεταξύ τυρού και αχλαδίου = casually (over dessert)
- αζήμια
- βιομηχανοποίηση
- τυπικά και ουσιαστικά προσόντα
- πεσκαντρίτσα, βατραχόψαρο = angler, monkfish
- Άνθρακες ο θησαυρός
- ωκυτοκίνη = oxytocin
- κελεπούρι = catch
- απότοκο
- κομοστέγη = canopy
- ρωποπωλείο = huckster's shop, haberdashery
- Οργανισμός εσωτερικής λειτουργίας
- Σύμβαση ανάθεσης έργου συμβούλου
- γατούλα του σεξ = sex kitten
- γέφυρες
- καταφυτική τενοντίτιδα = insertional tendinitis, insertional tendonitis
- –ήλατα
- το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω = you can't turn back the tide, you can't turn the clock back
- δεν είναι και για χόρταση
- πρόγραμμα απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας (Stage ή Σταζ, εσφαλμ. Στέιτζ) = traineeship programme
- ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται = the hungry dream of bread
- δεν σηκώνω μύγα στο σπαθί μου
- Ελληνομέτρης και γραικύλοι
- απαρτίωση = integration
- προπηλακίστηκε = was verbally abused / attacked / assaulted, had abuse hurled at (him)
- Καλό βόλι! = Vote wisely!
- με σπουδή = in haste | with care
- Ηρακλείς του στέμματος = defenders of the Crown
- μέγα το της θαλάσσης κράτος
- Τα υπουργεία μας – Greek Ministries
- Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος = If words don't get through, a beating will | If all else fails, there's always the stick
- καϊπιρίνια = caipirinha
- παίρνω πρέφα = get wind of, find out about, get wise to
- μακράν = far from, away from | far, by far
- Η φαντασία στην εξουσία = All power to the imagination
- προείκασμα
- bestselling, bestsellers = ευπώλητος, (τα) ευπώλητα
- βουλησιαρχία, βουλησιαρχικός = voluntarism, voluntarist(ic)
- Διασκευαστής
- Χωρίς μπογιά δεν βάφονται αβγά = No pain, no gain
- τζίντζιλα μίντζιλα = bric-a-brac, knick-knacks
- τίκτω = give birth to, bring forth
- δήμοι και κοινότητες
- αυθυποψήφιος = self-nominated candidate
- αμφίθυμος
- Καταστατικό
- μπλιτσάκι = a blitz game
- σώμα των τακτικών μελών = body of regular members
- εφορεία αρχαιοτήτων = ephorate of antiquities
- αστική κατάσταση = civil status
- τροχιοδρομώ = orbit
- διάστρωση εξυγιαντικής στρώσης σκύρων
- αρμός ασφαλείας
- κ.β.= by weight
- οφθαλμολαγνεία = voyeurism
- ο έτερος Καππαδόκης
- υπαίθριος κατανεμητής, ΚΑΦΑΟ = primary cross-connection point (PCP), "green cabinet"
- ανάθεση έργου
- επικήδειος (λόγος) = eulogy
- Άνοψη, κάτοψη και δε συμμαζεύεται
- Βλάπτουν κ' οι τρεις τους την Συρία το ίδιο: τα καβαφικά
- Όλοι οι Μογγόλοι > Mongol, Mughal, Mogul
- Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι = Whom the gods would destroy, they first make mad
- λοιμωξιολόγος = infectious disease specialist, ID specialist
- αιτών = applicant
- Ελληνοαγγλική βάση κύριων ονομάτων
- Βυθομετρικό
- κρατικοδίαιτος =
- ακαρεοκτόνα = miticides, acaricides
- Φράσεις, φράσεις, φράσεις
- ξηλώνω
- με ύφος χιλίων καρδιναλίων = with an air of absolute authority
- πουάρ = squeezer, inflation bulb, pipette filler [EN], pipet filler [US-EN], poire [FR]
- μαμόθρεφτο = mama's boy
- ελλοχεύω
- φιλόζωος, φιλοζωικός, φιλοζωία
- αναξιοκρατία = lack of meritocracy
- χερομάχος = manual labourer
- ωρομίσθιος
- Αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις = The investigation of the meaning of words is the beginning of education
- Χρυσή τομή, χρυσός κανόνας και χρυσή μετριότητα
- υποχωρητικός (γλωσσ.) = regressive
- οτρηρός = indefatigable, tireless
- φασονίστας
- το τι ην είναι = the essence, to ti en einai
- αυτοθέσμιση της κοινωνίας = self-institution of society
- ΠΜΣ (Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών) = Postgraduate program(me), postgraduate studies program(me)
- χρωστάει της Μιχαλούς = he is off his rocker
- Το νήμα του χρήματος
- τσίπης, τσίπικος = cheapskate, cheapie (ουσ.), cheap, cheapo (επίθ.)
- στο δόξα πατρί, στο δοξαπατρί = right between the eyes
- (απλό σαν) το αβγό του Κολόμβου = it's simple when you know how!, it's easy when you know how / once you think of it
- γελωτοποιός του βασιλιά = king’s fool, court jester, court fool
- με αστική χρέωση = at local rates/charges
- καταρρίχηση - καταρριχώμαι = abseiling [UK], rapelling [US] - abseil [UK], rapel [US]
- θεωρητικός πληθυσμός = design population
- σκουπιστό σκυρόδεμα = brushed concrete
- γαλακτωματοποιητής, γαλακτοποιητής = emulsifier
- διαπολιτισμός
- σκαλιέτα (πληθ. σκαλιέτες) = chocolate flakes
- ψιλή κυριότητα = bare ownership, naked ownership
- σέρνει / έχει κρεμάσει / έχει απλώσει / έχει λυμένο το ζωνάρι του για καβγά = he is trailing his coat, spoiling for a fight
- Γενική Γραμματεία Καταναλωτή = General Secretariat for Consumer Affairs
- εμπροσθοβαρής = nose-heavy (φυσ.), front-loaded (οικον.)
- Ήλθον, είδον και απήλθον
- το αγκάθι, η άκανθα, ο άκανθος, η άκανθος
- Τσικνοπέμπτη
- η εκάστοτε κυβέρνηση = the government of the day
- αφότου = since; after
- κινητήρια ισχύς
- φάουσα = (μτφ.) canker, gangrene
- τσινί (οι δόξες του τσινιού και του μετάλλου)
- μεταβατικός λογαριασμός = accrued income and deferred expenses (ενεργητικού) | deferred income and accrued expenses (παθητικού)
- σεισμογενής | σεισμογόνος = earthquake-induced, earthquake-triggered, seismic | earthquake-prone, seismogenic
- σε δεύτερο χρόνο
- ταχύρρυθμα μαθήματα
- Οι αριθμοί της γλώσσας
- Οι φίλοι μας τα ζώα
- εκατήντησες κοπέλλα σα νταρντάνα
- ατζέμικα
- Τσαγκαροδευτέρα and the Monday blues
- προδικασία
- στάση εργασίας
- ρετσινόλαδο
- κασόμπρα του συρμού
- επιτάφιος
- χαρά στα σκέλια
- δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλο
- ταμείο εταιρείας
- διαλανθάνω της προσοχής
- πριονίζει το κλαδί στο οποίο κάθεται = he is sawing off the branch he is sitting on
- η φτώχια θέλει καλοπέραση
- αργιλά
- χασίκλα
- κύρια διαθήκη
- σηματική αναφορά
- εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν / βοήσομεν
- τούνελ ανάδυσης/κατάδυσης
- καταπόπλοι = vessel arrivals and departures
- ληκτότητα
- για την τιμή των όπλων
- είδος εν ανεπαρκεία = a scarce commodity, a commodity in short supply
- αποστακτήριο = distillery
- επανορθωτική γραμμή
- επικαλαμίδες = shinguards, shin guards
- αντιεξουσιαστής = anti-establishment activist
- συναλλαγματικός κίνδυνος = foreign currency exchange risk, currency risk, exchange rate risk
- δικλίδα ασφαλείας, δικλείδα ασφαλείας = escape valve, release valve, fail-safe
- στερητικό σύνδρομο = withdrawal syndrome, withdrawal symptoms
- Ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φά' το
- σαν να κλέβεις εκκλησία = like taking candy from a baby
- το μαρτύριο της σταγόνας = (Chinese) water torture
- εκατοστά (του τετραγωνικού)
- χόρτασε η ψείρα και βγήκε στο γιακά = he's got too big for his boots
- τυχηματικός = accidental
- η (βόμβα) μολότοφ = Molotov cocktail, Molotov bomb, Molotov, petrol bomb, gasoline bomb, firebomb
- παρασέρνω, παρασύρω
- προσωπικό κίνησης (σιδ.) = train crew
- μασίστας = a hunk of a man
- πολυχώρος = multi-purpose venue
- για σπαθί θα μας τα πάρεις
- κόκκινη γραμμή
- Η γυναίκα του Καίσαρα
- Ανήκω (διοικητικά)
- διαπίδυση
- διαχωρισιμότητα (νομ.) = severability
- ου με πείσεις καν με πείσης = You will not persuade me, not even if you persuade me; I will not be convinced against my will
- Δελφίνια, δελφίνοι και δελφινισμοί
- κλαίνε τον σκεπαρνοσκοτωμένο
- συντελεστής ανεμόπτωσης
- ιδίαις αυτού/αυτής χερσίν (Ι.Α.Χ.)
- λεσεψιανοί μετανάστες = Lessepsian migrants
- Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι
- ενός κακού μύρια έπονται = it never rains but it pours, misfortunes never come singly, bad things come in threes
- αυτοδιοίκηση = self-government | τοπική αυτοδιοίκηση = local government
- μπίχλα = filth
- μαχόμενη δικηγορία, μαχόμενος δικηγόρος
- αναγκεμένος = needy, broken, down-and-out
- αποτροπαϊκός = apotropaic, designed to avert evil influence
- το παλμαρέ, το παλμαρές = record of achievements, list of achievements, palmarès
- γκαζές (βόλοι, μπίλιες) = marbles
- πλευρίωση, πλευρικότητα = laterality
- ήξεις αφήξεις = equivocal, ambiguous, shilly-shallying
- αυτοτελείς ισχυρισμοί
- διατηρητέο κτίριο
- άγος = abomination, atrocity | stain, stigma, guilt, miasma
- εξαπτέρυγα = hexapteryga, liturgical fans | (μτφ.) sycophants, henchmen
- έργο-γέφυρα = bridging project
- ξεφτέρι = sparrowhawk | (μτφ.) ace, past master, expert | (πληθ.) hexapteryga
- τροτέζα = streetwalker
- μεταξύ σοβαρού και αστείου, μεταξύ αστείου και σοβαρού, μισοαστεία μισοσοβαρά = half-jokingly, half-seriously
- Αίτηση Επιβεβαίωσης Χρηματοδοτικής Ενίσχυσης (ΑΕΧΕ) = Request for confirmation of assistance
- λεονταρισμοί, λεονταρίζω
- γενόσημο φάρμακο, γενόσημο φαρμακευτικό προϊόν = generic drug, generic medicinal product
- παραοικονομία = underground economy, shadow economy, gray economy
- θερμοκηπιστής = greenhouser
- σκασιάρχης | σκασιαρχείο = truant | truancy κ.ά.
- βουλωμένο γράμμα διαβάζεις
- εκτόπισμα = displacement | (μτφ.) caliber, clout
- μπαουλάρω
- σκαλιέρα = (ναυτ.) ratlines | (βιβλιοθήκης) side unit | display stand
- εισπήδηση
- αβληχρός = weak, feeble | mild
- πεταλίδα, πατελίδα = limpet
- λυμφατικός
- μοτίφ
- ψαρώνω
- παρηγοριά στον άρρωστο (ώσπου να βγει η ψυχή του)
- ευφημίζεται = is euphemistically called
- άθεος = godless, ungodly | atheist κ.λπ.
- αναβιώνω
- ξύλινη γλώσσα = cant, stilted language, wooden language
- κυνικά και άλλα καύματα
- Μ' έκανε η μάνα μου τρελό...
- βιβλίο πράξεων διδασκόντων = minute book of teachers' meetings
- γαριδάκια = cheese puffs, cheese curls, corn curls
- ενόρκως - ανωμοτί
- λαϊκή μουσική
- πέρκα = perch | painted comber
- Έκανε τα άχυρα κομμάτια
- Ένστολοι / σχολές ενστόλων